ἀροῦμεν

ἀροῦμεν
ἀ̱ροῦμεν , ἀείρω
attach
fut ind act 1st pl (attic epic doric aeolic)
ἀ̱ροῦμεν , ἀρόω
plough
imperf ind act 1st pl (doric aeolic)
ἀρόω
plough
pres ind act 1st pl
ἀρόω
plough
imperf ind act 1st pl (homeric ionic)
αἴρω
attach
fut ind act 1st pl (attic epic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • λεκτός — ή, ό (Α λεκτός, ή, όν) [λέγω] αυτός που μπορεί να λεχθεί («ἀλλ ἔστ ἐκείνῳ πάντα λεκτά», Φίλ.) αρχ. 1. εκλεκτός, διαλεχτός («ἀλλ εὐσταλῆ τοι λεκτὸν ἀροῡμεν στόλον», Αισχύλ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ λεκτόν α) έκφραση β) λέξη που έχει σημασία γ) στον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”